Thursday, November 20, 2008

Το παλιό σουπλάνι της γιαγιάς


Το παλιό σουπλάνι της γιαγιάς είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της σύγχρονης λαογραφικής λογοτεχνίας. Σε αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας, Κορώνδιος Κοκκάλινος στήνει μια φανταστική ιστορία, βασισμένος επάνω στις παιδικές του αναμνήσεις, με φόντο την ελληνική μεταπολεμική επαρχία.

__________________________________________________________________

Η Φαίδρα κάθησε απαλά στον πονηρό καναπέ απλώνοντας τα πόδια της σαν φεγγάρια. Τα μάτια της έλαμπαν σαν ανθισμένα κάτω από το φώς της ολόδροσης λάμπας.
Εκείνος γονάτισε μπροστά της, έβγαλε το γαλλικό κλειδί από την τσέπη του παλτού του και της το ακούμπησε στην κνήμη.
“Φαίδρα”, της είπε με φωνή άλλου, “θές να γίνεις γυναίκα μου?” Αυτή έκανε μονάχα ένα φλίτς!
“Τι τρέχει αγάπη μου? Δεν σε συγκινούν πια οι φιόγκοι στα παπούτσια μου?” την ρώτησε τρομαγμένα.
“Αλάριχε, ω καλέ μου Αλάριχε”, του είπε τελικά σηκώνοντας τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών της ταυτόχρονα. “Ξέρεις ότι περίμενα αυτή τη μέρα πως και πως”
Εκέινος συνέχισε να ξύνεται.
“Σκέφτομαι μονάχα την καημένη την γιαγιά. Το ξέρεις καλά ότι δεν της αρέσουν τα κουφέτα”.
“Δεν θα της το πούμε!” αποκρίθηκε αυτός χαρμόσυνα σαν σκνίπα. “Θα παντρευτούμε κρυφά, θα κλεφτούμε! Θα πάμε να ζήσουμε μακριά από εδώ, κάπου που να μην μπορέσουν ποτέ να μας βρούνε! Στο υπόγειο ας πούμε ή... στον τρίτο!”
Σηκώθηκαν και οι δυο και άρχισαν να χορεύουν σαν μαθήτριες.

Το ίδιο βράδυ, ο καθηγητής Ντόναχιου καθόταν στο καθηστικό αναμασώντας ένα πούρο.
“Μα σε τι κόσμο ζούμε”, είπε κοιτώντας τις φτέρνες του. “Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, είχα δανείσει τα δεκανίκια μου σε κάποιον Νικήτα και δεν μου τα επέστρεψε ποτέ!”
Ήπιε άλλη μια γουλιά από το μπράντυ του προσέχοντας να μην αλληθωρίσει. Η καμαριέρα μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει και μόλις τον είδε έγινε κατακόκκινη σαν ώριμο σπυρί. “Ω, συγγνώμη, καθηγητά, δεν ήξερα ότι είστε με τις κλακέτες!” Αμέσως γύρισε το βλέμμα της πρός τον καθρεύτη.
“Δεν πειράζει καλή μου. Και μόλις ετοιμαζόμουν να πάω για τέννις”. Σηκώθηκε και καθώς πέρναγε από κοντά της, της έριξε μιά τσιμπιά στον κώλο.
Εκείνη έκανε μονάχα ένα φλιτς!

Καθισμένος επάνω στο εβένινο γραφείο του, ο πάστορας Σμίδερς ξεφύλλιζε ένα βιβλίο με σκίουρους.
“Χμμμ, τα πάντα εν σοφία εποίησε”, είπε παρατηρώντας μια σύνθεση με βελανίδια. Ο γιατρός μπήκε μέσα αιφνιδιαστικά.
“Καθήστε, γιατρέ”, του είπε ο πάστορας δείχνοντας του τη σόμπα. “Θα πάρετε ένα κομμάτι σκληρής πάστας?”
“Όχι ευχαριστώ”, απάντησε εκείνος. “Προσπαθώ να την κόψω”.
Και οι δυο άντρες γελάσανε χωρίς ντροπή.

Κλειδωμένη στην σκοτεινή καμαρά της, η Φρίντα παρακολουθούσε από το παράθυρο τα παιδιά να κυνηγάνε μεξικάνους κάτω στην αυλή. Τα γέλια τους 'εφταναν ως επάνω. Την προηγούμενη νύχτα ένα κοράκι είχε μπεί στο δωμάτιο της. Η Φρίντα ήταν γυμνή και αυτό την πέρασε για άντρα. Φτερούγισε για λίγο ανάμεσα στα διακοσμητικά φασκόμηλα και έπειτα στρογγυλοκάθησε απάνω στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Η όμορφη γεεροντοκόρη κοντοστάθηκε απέναντι του και το ρώτησε.
“Ευγενικό μου πουλί, αξίζει να ζήσω το θαύμα της αγάπης?”
“Ναι βρε μόρτ'”, απάντησε αυτό χωρίς τρόπους.

Ποτέ πια σε αυτό το σπίτι των ανέμων και τις ξυνίλας δεν ξαναμίλησε κανείς για το παλιό σουπλάνι της γιαγιάς.

2 comments:

spinachvatican said...

το περίμενα σαν ανοιξιάτικο φύλο τη δροσοσταλιά. άξιζε

xrisa said...

φλιτς!!
χαχαχα!!!
οφίσιαλι μεσιε, γιου αρε μαϊ γκοντ!